Ελληνικά χριστουγεννιάτικα έθιμα και λαογραφικά

Posted: 23/12/2012 in Άρθρα
Ετικέτες: , , , , , , , ,

xristoygenna

Λίγες ώρες πριν τα Χριστούγεννα, θα τηρήσουμε αποστάσεις απ’ τα γεωπολιτικά και θα στραφούμε για λίγο στις γιορτές, την παράδοση, τη λαογραφία και την γλωσσολογία της Ελλάδας μας, σχετικά με τί άλλο; Τους καλικάντζαρους, τα κάλαντα, το χριστουγεννιάτικο δέντρο, τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες! 

Οι καλικάντζαροι είναι δαιμόνια που εμφανίζονται μόνο το δωδεκαήμερο και έρχονται κάτω από τη γης. Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία τις μέρες αυτές τα «νερά είναι αβάφτιστα» και οι καλικάντζαροι βγαίνουν από τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους και να τους ανακατέψουν τα σπίτια, διότι είναι άτακτοι και τους αρέσουν τα παιχνίδια. Αυτοί ζουν στον κάτω κόσμο και τρέφονται με φίδια, σκουλίκια,κτλ.

Όλο τον χρόνο πελεκούν με τα τσεκούρια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη, αλλά όταν κοντεύουν να το κόψουν, έρχεται ο Χριστός και μονομιάς ξαναγίνεται το δέντρο και τότε τα δαιμόνια ανεβαίνουν πάνω στη γης και πειράζουν τους ανθρώπους. Οι καλικάντζαροι έφευγαν με τις φωτιές κι όταν αυτές δεν ήταν αρκετές, για να τους διώξουν χτυπούσαν και κουδούνια. Φόβος και τρόμος τους ο σταυρός και οι παπάδες. Όλοι τους φοβόντουσαν, εκτός από τις μαμές.Το λαϊκό πνεύμα και η ιδέα της αναγκαιότητας, έκανε τους ανθρώπους να τις εξαιρέσουν από τον κίνδυνο των καλικαντζάρων. Έτσι, μπορούσαν να προσφέρουν τη βοήθειά τους στις ετοιμόγεννες, όποια ώρα της νύχτας κι αν τις φώναζαν .

Κατά διάφορες ελληνικές δοξασίες οι καλικάντζαροι ήταν άνθρωποι με κακιά μοίρα μεταβαλλόμενοι σε δαιμόνια, γίνονται δε καλικάντζαροι αυτοί που έχουν γεννηθεί μέσα στο Δωδεκαήμερο εκτός και αν βαπτιστούν αμέσως, ή εκείνοι στους οποίους ο ιερέας δεν ανέγνωσε σωστά τις ευχές του βαπτίσματος, τα τερατώδη βρέφη, ή κατά τους Σιφναίους όσοι πέθαναν στο Δωδεκαήμερο ή αυτοκτόνησαν, στη Μακεδονία: όσοι δεν έχουν ισχυρό Άγγελο για να τους προστατεύει από τον Σατανά.

Ο λαός τους φαντάζεται με διάφορες μορφές κατά περιοχή με κοινό γνώρισμα την ασχήμια τους. Κατά την Αραχωβίτικη περιγραφή αυτοί είναι: «κακομούτσουνοι» και «σιχαμένοι», «καθένας τους έχει κι απόνα κουσούρι, άλλοι στραβοί, άλλοι κουτσοί, άλλοι μονόματοι, μονοπόδαροι, στραβοπόδαροι, στραβόστομοι, στραβοπρόσωποι, στραβομούρηδες, στραβοχέρηδες, ξεπλατισμένοι, ξετσακισμένοι και κοντολογής όλα τα κουσούρια και τα σακατιλίκια του κόσμου τα βρίσκεις όλα πάνω τους».

Σε μερικά μέρη τους καλικάντζαρους τους συνοδεύει η μάνα τους η «Καλικατζαρού» που τους «ορμηνεύει» τι να πειράξουν. Σε κάποια νησιά οι καλικάντζαροι έρχονται με τις γυναίκες τους ή μόνο οι γυναίκες τους οι «καλικαντζαρίνες»! Και προκειμένου οι νοικοκυραίοι να αποφύγουν ένα τέτοιο συρφετό ρίχνουν στα κεραμίδια κομμάτια από χοιρινό ή λουκάνικα ή ξηροτήγανα! Στη Νάξο τις γυναίκες των καλικάντζαρων τις αποκαλούν «Καλοκυράδες» για να τις καλοπιάσουν (εξευμενίσουν), ενώ στην Κωνσταντινούπολη «Βερβελούδες». Ο αρχηγός των καλικάντζαρων στην παλιά Αθήνα λεγόταν «κωλοβελόνης» ενώ στη Θεσσαλία «αρχι-τζόγιας» (και «τζόγιες» οι καλικάντζαροι) στη δε Κωνσταντινούπολη «Μαντρακούκος». Στη δε Νάξο οι καλικάντζαροι φαντάζουν και χορευταράδες, αρπάζουν όποιον βρουν τη νύκτα και τον στροβιλίζουν στο χορό μέχρι να πέσει λιπόθυμος!

Συνήθως πιστεύεται ότι είναι νάνοι, αλλά και ψηλοί, σκουρόχρωμοι, με μαλλιά μικρά και ατημέλητα, μάτια κόκκινα, δασύτριχοι, δόντια, χέρια και νύχια πιθήκου, πόδια γαϊδάρου ή το ένα γαϊδάρου και το άλλο ανθρώπινο, («μισοί γαϊδούρια και μισοί άνθρωποι όπως λένε στη Σύρο) αλλά και σαν «μικροί σατανάδες» – (σατανοπαίδια όπως λένε στη Νάξο), άλλοτε γυμνοί και άλλοτε ρακένδυτοι με σκούφο (οξυκόρυμβο) από γουρουνότριχες και με παπούτσια άλλοτε σιδερένια και άλλοτε με τσαρούχια ή τσαγγία.

Επίσης, μπαίνοντας στις οικίες σκορπούν το αλεύρι, την τέφρα από το τζάκι τη «δωδεκαμερίτικη» ή «καλικαντζαρήσια» ή «τη στάχτη που δεν άκουσε το εν Ιορδάνη» και που θεωρείται ακατάλληλη για οποιαδήποτε χρήση.

Άλλες ονομασίες ή γραφές ανά την Ελλάδα: «Καρκάτζια», «Καλκατζόνια», «Καλκάνια», «Καλιτσάντεροι», «Καρκάντζαροι», «Σκαλικαντζέρια», «Σκαλαπούνταροι», «Τζόγιες», «Λυκοκάντζαροι» και «Κωλοβελόνηδες», καθώς και τα θηλυκού γένους: «Καλικαντζαρού», «Καλικαντζαρίνες», «Καλοκυράδες», «Βερβελούδες» κ.ά.

Όλοι οι παραπάνω όροι δεν θα πρέπει να συγχέονται με άλλα «δαιμόνια» της Ελληνικής υπαίθρου, που έχουν μεν τα ίδια χαρακτηριστικά αλλά που εμφανίζονται μέσα σ΄ όλο το χρόνο όπως οι «Βουρκόλακες» (=Βρυκόλακες), «Βουρβούλακες», «Παγανοί», «Αερικά», «Ξωτικά», «Παρωρίτες» σε αντίθεση με τους «Τσιλικρωτά» (Καρδαμύλη Μάνης), «Καλιοντζήδες» (Ήπειρος), «Πλανήταροι» και «Πλανηταρούδια» (Κύπρος), «Κατσιάδες» (Χίος), «Κάηδες» και «Καλισπούδηδες» (Σάμος), «Κάηδες» αλλά και «Καημπίλιδες» (Κάρπαθος), «Σιβότες» και «Σιφώτες» (Καππαδοκία), και ακόμη «Χρυσαφεντάδες»  (Οινόη-Πόντος) που γενικά αυτοί εμφανίζονται και συμπεριφέρονται και ως καλικάντζαροι.

Τα αποτρεπτικά μέσα που λαμβάνονται κατά των Καλικάντζαρων είναι το σημείο του Σταυρού στην πόρτα, στα παράθυρα, στις καμινάδες, τους στάβλους και στα αγγεία λαδιού και κρασιού. Ο Αγιασμός των σπιτιών και μάλιστα την παραμονή των Φώτων. Επίσης επωδές, όπως «ξύλα, κούτσουρα, δαυλιά καημένα» (Καλαμάτα) που όταν ακούσουν οι καλικάντζαροι φεύγουν ή η απαγγελία του «Πάτερ ημών..» (τρις). Μαγικές πράξεις, όπως κάπνισμα με δυσώδεις ουσίες (παλιοτσάρουχου), εμφανή επίδειξη χοιρινού οστού, περίαπτα (χαϊμαλιά) πίσω από την πόρτα κλπ. Την παραμονή των Θεοφανίων τους «ζεματίζουν» από το λάδι που παρασκευάζουν οι νοικοκυρές τηγανίτες (λαλαγγίτες, λουκουμάδες).

Για την προέλευση αυτών των δαιμόνων υπάρχουν οι ακόλουθες απόψεις:

  • Από την αρχαία μυθολογία περί των σατύρων και του Πάνα (Schmidi).
  • Από την αρχαία Ελληνική Μυθολογία περί των κενταύρων (Mayer, Lawson).
  • Από τη νεώτερη φαντασία των Ελλήνων εξ αφορμής αρχαίων μύθων (Ν. Πολίτης).
  • Εκ των αιγυπτιακών κανθάρων (Boll, συμφωνεί και ο Κουκουλές).

Ετυμολογικά η λέξη θεωρείται

  • Παράγωγο της τουρκικής (κατά Schmidt και Wachsmuth).
  • Εκ του «καλός + κάνθαρος» [Καλικάνθαρος] Κοραής (Άπαντα Δ΄) που συμφωνούν αργότερα ο Boll, ο Κουκουλές και ο Μπούντουρας.
  • Εκ του «λύκος + κάνθαρος» παρήγαγε επίσης και ο Πολίτης (Πανδώρα).
  • Εκ του «λύκος + άντζαρος» [= ανήρ] παρήγαγε ο Λουκάς (Φιλολογικές επισκέψεις).
  • Εκ του «καλίκιν + τσαγγίον» ή «καλός + τσαγγίον» και της μεγεθυντικής κατάληξης -άρος (= ο φέρων καλά τσαγγία, υποδήματα, αντί καλίκια) ή ο φέρων καλίκια αντί τσαγγίων όπως παρήγαγε ο Πολίτης.
  • Εκ του λατινικού «καλιγάτος» «Caligatus» ετυμολόγησε ο Οικονόμου.
  • Τελευταία (1955) η ετυμολογία του Παντελίδη υποστήριξε εκ του «καλίκιν + άντζα».
  • Εκ των ξένων ο Lawson παρήγαγε ετυμολογία εκ του «καλός + κένταυρος» ενώ
  • Ο Δεινάκις υποστηρίζει ότι η ετυμολογία του ονόματος είναι παράγωγο του «καρκάντζι» (καρκάντζαρος) που σημαίνει το ξηρό, κεκαυμένο, o τσουρουφλισμένος.

Τώρα, τα κάλαντα, δεν είναι παρά ένα πυκνανακάτεμα αρχαίων ειδωλολατρικών και χριστιανικών εθίμων, που οι ρίζες τους ξεκινάνε από την αρχαιότητα. Ύστερα περνάνε στο Βυζάντιο και συνταιριασμένα με την αναπαράσταση της νύχτας της γέννησης του Χριστού, παίρνουν καινούργια μορφή και περιεχόμενο. Τα κάλαντα, πήραν το όνομά τους από τις αρχαίες Ρωμαϊκές καλένδες, αλλά οι ρίζες του εθίμου βρίσκονται στην ελληνική αρχαιότητα, στην Ειρεσιώνη. Η Ειρεσιώνη ήταν σύμβολο κι έθιμο μαζί. Σύμβολο της ευφορίας και της γονιμότητας της γης. Οι αρχαίοι γύριζαν από σπίτι σε σπίτι, τραγουδώντας: «Στο σπίτι τούτο πού ρθαμε, του πλουσιονοικοκύρη, ν’ ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη, για να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι». Ο καλαντάρης έπρεπε να είχε έμφυτο το στοιχείο του αυθορμητισμού, του αυτοσχεδιασμού, της στιχοπλοκίας και της μουσικότητας. Αυτά τον έκαναν διακριτό απέναντι στους άλλους, αλλά και επιθυμητό, ώστε να ανοίξει κανείς το σπίτι του και να ακούσει τα κάλαντα.

Ο στολισμός του χριστουγεννιάτικου δέντρου, που έκανε την εμφάνιση του στην Ελλάδα την εποχή της βασιλείας του Οθωνα, και ο στολισμός του καραβιού στις νησιωτικές περιοχές είναι έθιμο που αποτελεί μέχρι σήμερα τη γραφικότερη διακόσμηση όλων σχεδόν των Ελληνικών σπιτιών. Πράξεις συμβολικές που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της ευτυχίας του σπιτιού είναι το σκάλισμα της φωτιάς, το σκόρπισμα σιταριού ή κριθαριού στην αυλή, το σπάσιμο του ροδιού. Αλλού, σκαλίζοντας τη φωτιά, έριχναν «αλάτι» ως σύμβολο της γονιμότητας κι όπως «απδούσε» το αλάτι, έτσι θ’ απδούσε και το βίο στο σπίτ (ι) τ’ νοικοκύρ (ι)».

Ένα σημαντικό έθιμο της Πρωτοχρονιάς ήταν τα ρουγκατσιάρια. Στα Θεσσαλικά λιουγκατσάρια, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και από χωριό σε χωριό χορεύοντας και τραγουδώντας τον Άϊ Βασίλη και άλλα ευχετικά και επαινετικά τραγούδια. Με τα ρογκατσιάρια δεν γινόταν, παρά μια αναπαράσταση κι ένας  συμβολισμός του θανάτου και της ζωής , της ανάστασης και του ξυπνήματος της φύσης από τη χειμωνιάτικη νάρκη, το διώξιμο του παλιού απ΄ τον καινούργιο χρόνο.

Κουραμπιέδες

Η λέξη είναι qurabiya στα αραβικά, ghorabiye στα αζέρικα, kurabiye, στα τούρκικα και φυσικά κουραμπιές στα Ελληνικά, που στην κυριολεξία σημαίνει kuru= ξηρό, biye= μπισκότο. Όμως, η ονομασία μπισκότο καθιερώθηκε τον Mεσαίωνα, ετυμολογικά προερχόμενη από το λατινογενές bis-cuit, που σημαίνει ψημένο δυο φορές (στα αρχαία ελληνικά λεγόταν δί-πυρον), ως τεχνική ψησίματος για να μην «χαλάει» εύκολα ο άρτος, κυρίως των στρατιωτών και των ναυτικών. Στα σύγχρονα Ιταλικά η λέξη είναι biscotto. (To cookies έχει Φλαμανδική/ Ολλανδική προέλευση που πέρασε στην αγγλική γλώσσα). Το λατινικό bis-cuit διαδόθηκε μέσω των Βενετών εμπόρων και στην Ασία, όπου καθιερώθηκε ως παραφθορά της λατινικής λέξης, σε biya/biye, οπότε συνδέθηκε με το δικό τους Qura /Kuru (ξηρό) και έδωσε τη νέα μικτή  (λατινοΑνατολίτικη) λέξη Qurabiya/ Kurabiye, η οποία με αντιδάνεια ξαναγύρισε στη δύση και ελληνοποιημένη πλέον έδωσε το κουραμπιές με την έννοια του ξηρού μπισκότου που διανθίστηκε και με καρύδια, αμύγδαλα, ζάχαρη άχνη κ.λ.π

Η παλιότερη μνεία της λέξης κουραμπιές φαίνεται να είναι στο διήγημα του Εμμ. Ροΐδη «Ιστορία μιας γάτας», όπου ο συγγραφέας αναπολεί την παιδική του ηλικία και λέει ότι Όταν μ’ εκούραζεν η ανάγνωσις ή μάλλον η έντασις της συγκινήσεως, συνεπαίζαμεν με την Σεμίραν ή εμοιράζαμεν αδελφικώς κουραμπιέν, τσουρέκι, χριστόψωμον ή άλλο φιλοδώρημα της καλής μου κηδεμόνος. Αναφορά σε κουραμπιέδες υπάρχει και σε διήγημα του Παπαδιαμάντη. Υπάρχει επίσης  χρονογράφημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου, δημοσιευμένο το 1904 που παρουσιάζει έναν ηλικιωμένο ο οποίος θρηνεί την κατάργηση του κουραμπιέ, δήθεν επειδή λερώνει, αλλά στην πραγματικότητα επειδή οι (τότε) νεότερες γενιές δεν μπορούσαν να τον φτιάξουν. Και δεν μπορούσαν διότι «Το βούτυρο της εποχής σας είναι νοθευμένο όπως η πολιτική σας, οι έρωτές σας, οι ιδέες σας, η ζωή σας. Η ζάχαρή σας είναι αστεία. Και η γυναίκα σας, η γυναίκα της εποχής σας, δεν είναι μέσα στην κουζίνα της. Είναι στο πιάνο και στην οδόν Ερμού». Ο γέρος, θυμούμενος τους κουραμπιέδες της νεότητάς του, επί Όθωνα, ανακηρύσσει τον κουραμπιέ σε σύμβολο «σπιτισμού, ελληνισμού, χριστιανισμού».

Τέλος τα μελομακάρονα έχουν ετυμολογικά αρχαιοελληνική προέλευση όσο και αν το μυαλό μας πάει στο «ιταλικό»  μακαρόνι. Στα λεξικά αναφέρεται ότι η λέξη «μακαρόνι» παράγεται από τη μεσαιωνική  ελληνική λέξη «μακαρωνία» (επρόκειτο για νεκρώσιμο δείπνο με βάση τα ζυμαρικά, όπου μακάριζαν το νεκρό). Η μακαρωνία με τη σειρά της έρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «μακαρία», που δεν ήταν άλλο από την ψυχόπιτα, δηλαδή, ένα κομμάτι άρτου, στο σχήμα του σύγχρονου μελομακάρονου, το οποίο το προσέφεραν μετά την κηδεία. Αργότερα όταν η μακαρία περιλούστηκε με σιρόπι μελιού ονομάστηκε: μέλι+μακαρία= μελομακάρονο και καθιερώθηκε ως γλύκισμα του 12ημέρου κυρίως από τους Μ.Ασιάτες ‘Ελληνες και με το όνομα «φοινίκια». Οι λατίνοι και αργότερα οι Ιταλοί  χρησιμοποιούσαν τη λέξη μακαρωνία ως maccarone που τελικά κατέληξε να σημαίνει το σπαγγέτι. Τέλος από το μεσαίωνα και μετά στη Γαλλία και την Αγγλία, ένα αμυγδαλωτό μπισκότο ονομάστηκε «macaroon».

 

Πηγές

http://www.kalavrytanews.com/ 

http://www.24grammata.com/

https://sarantakos.wordpress.com

http://www.wikipedia.org/

 

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η Ευη λέει:

    Καλα Χριστουγεννα σε ολους!

Η γνώμη σας;

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s